Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ∆ΕΝ ΣΕΒΕΤΑΙ ΤΑ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΤΗΣ

ΤΟΥ ∆ΗΜΗΤΡΗ ΣΤΕΜΠΙΛΗ
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ  ΤΕΥΧΟΣ 331)


 Μετά την εξέγερση στο Πάρκο Γκεζί στην πλατεία Ταξίμ ο Ερντογάν είχε επιβάλει περιορισμούς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καταπατώντας βασικά δικαιώματα των Τούρκων πολιτών. Τον Νοέμβριο του 2015 η Ευρωπαϊκή Ένωση κατήγγειλε μια «αρνητική τάση» (sic) ως προς τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην Τουρκία και «σοβαρή υποχώρηση» της ελευθερίας της έκφρασης στην ετήσια έκθεση για την πρόοδο της χώρας στην πορεία της προς την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην έκθεση τονιζόταν ότι η Τουρκία πρέπει να αποκλιμακώσει τη βία στη χώρα και να επιδιώξει ειρήνευση με τους Κούρδους.

 Στις 11 Ιανουαρίου 2016 οι «Ακαδημαϊκοί για την Ειρήνη» (ΒΑΚ), μια εθελοντική πρωτοβουλία με χαρακτήρα δικτύου που αποτελείται από παραπάνω από χίλιους ακαδημαϊκούς δασκάλους, οι περισσότεροι εκ των οποίων εργάζονται στην Τουρκία, εξέδωσαν ψήφισμα με τίτλο «Δεν θα γίνουμε συνένοχοι σε αυτό το έγκλημα». Οι πανεπιστημιακοί και ερευνητές ζητούν με το κείμενό τους την κατάπαυση του πυρός από την πλευρά της κυβέρνησης στις κουρδικές επαρχίες της Τουρκίας. Καταγγέλλουν δε την τουρκική κυβέρνηση ότι έχει ουσιαστικά καταδικάσει στην πείνα τους πολίτες πολλών πόλεων και παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Μιλούν για «σχεδιασμένη σφαγή», για ένα σχεδιασμένο έγκλημα, που επίσης συνιστά παραβίαση «του διεθνούς δικαίου, της τουρκικής νομοθεσίας αλλά και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η Τουρκία». Μετά τη δημοσιοποίηση του ψηφίσματος- διακήρυξης, οι 1.128 υπογράφοντες από 89 πανεπιστήμια απ’ όλη την Τουρκία και οι 355 συνάδελφοί τους από το εξωτερικό άρχισαν να κατηγορούνται ως «υποστηρικτές του τρόμου» ή ως «προδότες» στις ανακοινώσεις «διά χειρός» του προέδρου Ερντογάν δεν δίστασε, μάλιστα, να τους χαρακτηρίσει και «ακα- δημαϊκά σκουπίδια» και «αδαείς», πολλών κυβερνητικών Αρχών, μεταξύ των οποίων το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης, του Διαπανεπιστημιακού Συμβουλίου και των πρυτανικών Αρχών διαφόρων πανεπιστημίων.

Κλίμα τρομοκρατίας 

Στο διάστημα που ακολούθησε την ανακοίνωση Τύπου των πανεπιστημιακών ξεκίνησε η εκστρατεία της κατασυκοφάντησης και κυρίως του εκφοβισμού των ακαδημαϊκών που υπέγραψαν το ψήφισμα, με απειλές ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή. Οι Αρχές πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία τρομοκρατίας με διοικητικές έρευνες που δεν είχαν καμιά νομική βάση, έχοντας την πλήρη ευθύνη για «καψώνια» ή για προληπτικές αναστολές του ακαδημαϊκού τους έργου που παραβιάζουν το δικαίωμα στην εργασία πολλών πανεπιστημιακών και ερευνητών. Πηγές των «Επικαίρων» μιλούν για κλίμα τρομοκρατίας που επικρατεί στη γείτονα. Η πλειονότητα από τους 1.128 ακαδημαϊκούς και ερευνητές που υπέγραψαν την κοινή ανακοίνωση έγιναν στόχος μιας εκστρατείας «εξόντωσής» τους από πανεπιστημιακές Αρχές, τοπικά ΜΜΕ και διάφορες ομάδες με εχθρική στάση απέναντί τους, που ουσιαστικά, σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλουν οι ακαδημαϊκοί, μεθοδεύτηκε από την τουρκική κυβέρνηση και τα εθνικής εμβέλειας μίντια. Πολλές πανεπιστημιακές Αρχές κατήγγειλαν το ψήφισμα, οι υπογράφοντες δυσφημίστηκαν και αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία τους, πολλοί, δε, αναγκάστηκαν σε παραίτηση ή σε αναστολή των καθηκόντων τους. Πέρα από τον χαρακτηρισμό «προδότης», οι διωκόμενοι στιγματίζονται επίσης ως «τρομοκράτες» και «δήθεν πανεπιστημιακοί», ενώ, εκτός από τις απειλές εναντίον της ζωής τους, ερευνώνται με σκοπό να τους αποδοθεί η σκληρότερη πιθανή τιμωρία ή βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να μείνουν άνεργοι χωρίς καμία πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές. Κάποιοι, μάλιστα, δεν εμφανίζονται καν στο Πανεπιστήμιο όπου εργάζονται και άλλοι είτε έχουν φύγει είτε είναι έτοιμοι να μετακομίσουν. Σε μικρές κοινωνίες πολλοί πανεπιστημιακοί απειλούνται από εθνικιστές, ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι δέχονται απειλές με μηνύματα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Περί νομιμότητας...


 Ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι οι κατηγορίες στερούνται πραγματικής νομικής βάσης, αφού το κείμενο με τις υπογραφές είναι καθ’ όλα νόμιμο, διότι δεν προτρέπει σε πράξεις βίας, δεν ενθαρρύνει τρομοκρατικές ενέργειες και δεν προωθεί ή προβάλλει το PKK. Το τελευταίο δεν αναφέρεται πουθενά – οι υπογράφοντες κατηγορούν το τουρκικό κράτος για σφαγή του κουρδικού πληθυσμού του. Τα άρθρα 24 και 25 του τουρκικού Συντάγματος προστατεύουν το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι το τελευταίο διάστημα δικαστές εκκινούν υποθέσεις κατ’ εντολήν της κυβέρνησης, σύμφωνα πάντα με όσα βλέπουν –και όσα δεν βλέπουν– το φως της δημοσιότητας. Πιστεύεται ότι 2.000 ακαδημαϊκοί θα βρεθούν στο στόχαστρο της τουρκικής Δι- καιοσύνης με σκοπό την παραπομπή τους σε δίκη, ενώ οι ανακρίσεις έχουν ήδη αρχίσει. Στην Άγκυρα, μάλιστα, ο εισαγγελέας αποφάσισε να παραπέμψει σε δίκη τους υπογράφοντες σύμφωνα με τον νόμο 301 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα, που, για ειρωνεία της Δικαιοσύνης, έχει θεσπιστεί για να προστατεύει το δικαίωμα των Τούρκων πολιτών στην άσκηση κριτικής προς το κράτος.


Υπάρχει διάχυτος ο φόβος ότι οι υπογράφοντες τη διακήρυξη κινδυνεύουν να δικαστούν σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου που προβλέπει ποινή φυλάκισης για οποιαδήποτε πράξη προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης. Οι όροι «προπαγάνδα» και «τρομοκρατική οργάνωση» δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένοι ή επιδέχονται δια σταλτικής ερμηνείας, κάτι που μπορεί να «αξιοποιήσουν» οι Αρχές. Οι αντιδράσεις για το θέμα αυτό ξεπέρασαν, όπως ήταν φυσικό, τα σύνορα της Τουρκίας. Εκτός από τους 355 ακαδημαϊκούς που συνυπέγραψαν, έχει δημιουργηθεί μεγάλο κύμα υποστήριξης με ψηφίσματα συμπαράστασης. Ο Ερντογάν, γνωρίζοντας τις διαστάσεις που ενδεχομένως να πάρει το ζήτημα, από την αρχή επιδόθηκε σε σκληρές δηλώσεις. Ο Αμερικανός καθηγητής Νόαμ Τσόμσκι, που επίσης υπέγραψε το κείμενο, βρέθηκε στο στόχαστρο του Ερντογάν, ο οποίος τον κάλεσε στην Τουρκία «για να μάθει τι πραγ- ματικά συμβαίνει», για να λάβει τη δημόσια απάντηση ότι θα πάει εφόσον τον καλέσουν οι αγωνιζόμενοι συνάδελφοί του. Και στην Ελλάδα ακαδημαϊκοί εξέδωσαν κείμενα και οργάνωσαν εκδηλώσεις συμπαράστασης.

Έλεγχος στα ΜΜΕ 


Στις 26 Φεβρουαρίου, γενέθλια ημέρα του «σουλτάνου» Ερντογάν, απελευθερώθηκαν ο διευθυντής της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Cumhuriyet, Τζαν Ντουντάρ, και ο επικεφαλής του γραφείου της εφημερίδας στην Άγκυρα, Ερντέμ Γκιουλ, αφού το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ τους. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, που αποτελεί και την ανώτατη δικαστική Αρχή της γείτονος, έδωσε εντολή στο ποινικό δικαστήριο να τερματίσει «την παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια». Ο Ντουντάρ έκανε λόγο για ιστορική απόφαση που «αφορά σε όλους τους συναδέλφους μας, στην ελευθερία του Τύπου και στην ελευθερία της έκφρασης». Μάλιστα, με μεγάλη δόση ειρωνείας και χιούμορ, δήλωσε με αφορμή τα 62α γενέθλια του Ερντογάν ότι «είμαστε πολύ χαρούμενοι που γιορτάζουμε τα γενέθλιά του και την απελευθέρωσή μας»!

Ο εκπρόσωπος, πάντως, της τουρκικής προεδρίας έσπευσε να δηλώσει με αυστηρό τόνο ότι «δεν πρόκειται για αθώωση». Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης ζήτησε να τιμωρηθούν με ισόβια και όρισε την έναρξη της δίκης για τις 25 Μαρτίου. Η κατηγορία που απαγγέλθη- κε είναι για κατασκοπεία, γιατί τον περασμένο Μάιο δημοσίευσαν ένα άρθρο και δημο- σιοποίησαν ένα βίντεο που δείχνει Τούρκους χωροφύλακες να σταματούν και να ερευνούν τον Ιανουάριο του 2014 στα συριακά σύνορα φορτηγά που ανήκαν στις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, την περιβόητη ΜΙΤ, και μετέφεραν όπλα στους ισλαμιστές αντάρτες στη Συρία.

Όμως η επιχειρούμενη φίμωση του Τύπου δεν σταματά εδώ. Την Παρασκευή 4 Μαρτίου αστυνομικές δυνάμεις κατέλαβαν, έπειτα από δικαστική εντολή, τα γραφεία της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία τουρκικής εφημερίδας, της Zaman. Με την πολιτική και δικαστική αυτή παρέμβαση τέθηκε μέσα σε μια νύχτα υπό κρατικό έλεγχο. Η Zaman αντιπολιτευόταν σφόδρα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την κυβέρνηση Νταβούτογλου. Από την εφημερίδα απολύθηκαν ο αρχισυντάκτης, Αμπντουλχαμίτ Μπιλιτζί, και ο αρθρογράφος Μπουλέντ Κενές. Ερώτηση για το ζήτημα κατέθεσε στην Κομισιόν και ο Έλληνας ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδημούλης. Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 8 Μαρτίου, οι τρεις διαχειριστές που ορίστηκαν στη Zaman πήραν τον έλεγχο και του τουρκικού πρακτορείου ειδήσεων Cihan, που ανήκει στο ίδιο δίκτυο και πρόσκειται στον «άσπονδο εχθρό» του Ερντογάν, Φετουλάχ Γκιουλέν

«Ηχηρές» αντιδράσεις 

Η παρέμβαση στην αντικυβερνητική Zaman προκάλεσε δυσαρέσκεια και δυσφορία σε ΗΠΑ και ΕΕ. Ωστόσο, παρά τις φραστικές καταδίκες, τις αναφορές και τις συστάσεις, δεν έγινε καμιά ουσιαστική παρέμβαση. Οι Ευρωπαίοι προσπάθησαν να αποδείξουν στη Σύνοδο Κορυφής τη Δευτέρα ότι δεν κάνουν τα στραβά μάτια λόγω του Προσφυγικού, αλλά το μόνο που τελικά συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο της Συνόδου ήταν πως το θέμα «συζητήθηκε» με τον Τούρκο πρωθυπουργό Νταβούτογλου. Ο τελευταίος από τις Βρυξέλλες απέρριψε τις κατηγορίες, λέγοντας ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν επηρεάστηκαν από την κυβέρνηση. «Η ελευθερία του Τύπου είναι βασική αρχή της δημοκρατίας μας» είπε ο Νταβούτογλου! Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι όχι μόνο να μην εγκληθούν από τους Ευρωπαίους, αλλά και να φανούν πιο σκληροί στη διαπραγμάτευσή τους για το Προσφυγικό. Το καθεστώς Ερντογάν, έχοντας ανοίξει πολλά μέτωπα για τη χώρα του, προσπαθεί να αντιστρέψει το παιχνίδι και να επωφεληθεί, ξεκινώντας, βέβαια, από το εσωτερικό μ’ έναν ιδιότυπο «δημοκρατικό αυταρχισμό». Όσοι από το εξωτερικό πιστεύουν ότι μπορούν να αντιπαρέλθουν την πολιτική της γείτονος με εκατέρωθεν αμοιβαίες υποσχέσεις και όχι με συνεχή διπλωματική πίεση στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων πλανώνται πλάνην οικτράν...


Δεν υπάρχουν σχόλια: